ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΝΤΙΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ "ΟΙ ΚΟΜΝΗΝΟΙ"

Ω

 

ωβά = αυγά
ωβάζνε = γεννούν αυγά
ωβάζω = γεννώ αυγά
ώβασμαν = ωοτοκία
ωβαστάριν = κοτέτσι
ωβατσής = αβγουλάς
ωβόν = αυγό
ωβόπον = αβγουλάκι
ωβότζεπλον = κέλυφος αβγού
ωδίνα = συμφορά
ώι = ωχ
ώκνεινα = τεμπέλιαζα
ώκνησα = τεμπέλιασα
ωκνώ = τεμπελιάζω
ωλένα = αγκαλιά
ωμέσα = ωμή
ωμία = ώμοι
ωμίν = ώμος
ωμίτζ = ώμος
ωμίτζαι = ώμοι
ωμοπλάτ = ράχη
ωμοπλατίτζ = ωμοπλάτη
ωμόυπνος = αγουροξυπνημένος
ωμόφορον = ωμοφόριο
ωμόχλον = χλιαρό
ωξίαζα = άξιζα
ωράγα = φυλάχτηκα
ωράγουμαι = φυλάγομαι
ωράγουμνε = φυλαγόμουν
ωράζω = φυλάγω
ωράουμαι = φυλάγομαι
ωράουμνε = φυλαγόμουν
ώρας = ώρες
ώρασμαν = φύλαγμα
ώρασον = φύλαξε, πρόσεχε
ωραστά = με προσοχή
ωρία = φύλαξε, πρόσεχε
ωρίαγμαν = φροντίδα, επιτήρηση
ωρίαζα = επιτηρούσα, φύλαγα
ωριάζω = επιτηρώ, φυλάγω
ωριαστά = με προσοχή
ωρωματέστα = ονειρεύτηκα
ωρωτέθα = ρωτήθηκα
ως να = ώσπου να
ώσαμε = μέχρι, ως
ωσάν = όταν
ωσπουτά = εφόσον, ενόσω
ώστα = μέχρις ότου
ωτία = αυτιά
ωτίν = αυτί
ωτόπον = αυτάκι
ωτόπονος = πόνος αυτιού
ωφέλανα = ωφελούσα
ωφέλεσα = ωφέλησα
ωφλάεμαν = στέναγμα
ωφλαεύω = στενάζω
ωφλαύω = στενάζω
ώχλεψα = μετακίνησα
ωχράζω = κιτρινίζω

 

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode